Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

ΓΡΑΜΜΗ ΜΑΖΙΝΟ - ένα κείμενο για τον Μιχάλη Κατσαρό



     
 

 

     Περιμένοντας τον κόσμο να αλλάξει, την εποχή να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και τις νέες συνθήκες για την Άνοιξη να φανούν, διάβασα πάλι την ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού. Περιμένοντας την Ευρώπη να επιδείξει τη σοφία και την ενότητα που επιβάλει η γηραιότητά της, άνοιξα ένα ένα τα βιβλία του από την αρχή. Περιμένοντας τις παλιές μεγάλες δυνάμεις μα και τις νεόκοπες δυνάμεις να διδαχθούνε πολλά από τον περίφημο 20ο αιώνα, τα σπουδαία επιτεύγματά του και τις βαθιές του πληγές στην ανθρώπινη μνήμη, έκλεισα όλες τις οθόνες του σπιτιού μου και βυθίστηκα στα λόγια του Ποιητή. Περιμένοντας την δικαιοσύνη και την ανάληψη της ευθύνης, θυμήθηκα στίχους με ξεκάθαρη προφητική διάσταση. Περιμένοντας τον κόσμο να αλλάξει, με άλλαξε πρώτη η ποίηση ευτυχώς. Νομίζω πως και εκείνος θα έκανε ακριβώς το ίδιο εάν ζούσε στην σημερινή Ελλάδα και στο σημερινό παγκόσμιο σύστημα. Νομίζω θα ήταν περήφανος για πολλά από τα πρώτα του ποιήματα και δικαιωμένος εσωτερικά, τώρα που η ιστορία επαναλαμβάνεται γύρω μας ως φάρσα πλέον. Νομίζω θα έγραφε ξανά πολιτική ποίηση, με την ίδια θέρμη, με τις ίδιες κοφτερές λέξεις. Θα ήταν όμως σαφώς λυπημένος και προβληματισμένος για την πορεία του ανθρώπινου γένους, για την ποιότητα της πολιτικής μας ζωής και της ελληνικής γλώσσας και θα τα έβαζε και πάλι με όλους όσους έχουν την βεβαιότητα του προσωπικού τους δίκαιου και προσπαθούνε να διασφαλίσουν ακόμα την μικρή ή μεγάλη τους εξουσία.

     Όταν ο Bob Dylan ομολογούσε το 1966 ότι δεν θέλει να ηγηθεί κανενός  κινήματος διαμαρτυρίας , αντιστεκόταν σε όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι. Όταν ο Jesse Owens έπαιρνε το χρυσό μετάλλιο το 1936 μέσα στο Βερολίνο αντιστεκόταν στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία. Όταν η Rosa Parks έκατσε στις θέσεις των λευκών σε ένα αμερικάνικο λεωφορείο, είχε αποφασίσει να σηκώσει άλλον πύργο ατίθασο απέναντι τους. Όταν ο Picasso ζωγράφιζε την Guernica , αντιστεκόταν σε όλους αυτούς που γράφουν λόγους για την εποχή δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα. Όταν ο Ελύτης έγραφε το Άξιον Εστί, αντιστεκόταν σε αυτούς που χαιρετάνε απ’ την εξέδρα ώρες ατελείωτες τις παρελάσεις. Όταν ο T.S Elliot έδινε το πρωτότυπο της Έρημης Χώρας στον Pound, αντιστεκόταν σε όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς. Όταν ο Cassious Clay άλλαζε το όνομά του σε Muhammad Ali, αντιστεκόταν στα εργοστάσια πολεμικών υλών, αντιστεκόταν στις υπηρεσίες αλλοδαπών και διαβατηρίων. Όταν οι νέοι έφτιαχναν τον Μάη του ’68 και το καλοκαίρι της Αγάπης, αντιστέκονταν στην κρατική εκπαίδευση και τον φόρο. Όταν ο Andy Warhol επινοούσε την διασημότητα και τις Campbells  σούπες του , αντιστεκόταν στον περσικό τάπητα της πολυκατοικίας και στον κοντό άνθρωπο του γραφείου . Όταν ο Einstein οραματιζόταν το σύμπαν και τα ανεξάντλητά του όρια, αντιστεκόταν σε αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει : καλά είμαι εδώ. Όταν ο Beckett κατασκεύαζε τους ήρωες του, αντιστεκόταν σε αυτούς που γυρίζουν πάλι στο σπίτι και λένε : Δόξα σοι ο Θεός. Όταν ο Καβάφης αρνιότανε επίμονα να εκδοθούνε τα ποιήματά του, αντιστεκόταν στις κολακείες, τις ευχές, τις τόσες υποκλίσεις από τους γραφιάδες και τους δειλούς. Όλοι οι άνθρωποι που υπηρέτησαν το ανθρώπινο πνεύμα, την αληθινή πρόοδο και την πίστη αντιστάθηκαν και  φροντίσανε ο καθένας με την εισφορά του να σταματήσουμε να γονατίζουμε και να δοθεί πάλι ένα όραμα.  

     Το νεαρό της ηλικίας μου μαρτυράει πως δεν είχα την ευκαιρία ούτε να γνωρίσω από κοντά τις προηγούμενες γενιές των μεγάλων συγγραφέων, ποιητών, επιστημόνων, καλλιτεχνών και άλλων του τόπου μας ούτε να βιώσω τις συνθήκες – πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές – κάτω από τις οποίες πραγματώθηκαν οι όμορφες, πονεμένες και αθάνατες πράξεις και λέξεις τους. Κάτι όμως μέσα μου ισχυρό επιμένει πως θα μπορούσα σε μια φανταστική συγκυρία των καιρών και του χρόνου να κάνω παρέα και να συζητώ με τις ώρες με τον Μιχάλη Κατσαρό, ίσως να μου τραγουδάει μερικά από τα δικά του μελοποιημένα ποιήματα ή κάποια δημοτικά. Αισθάνομαι πως θα ήταν ο ιδανικός να μου εξηγήσει καθαρά και αμερόληπτα την προσωπικότητα του προηγούμενου αιώνα, την εδραίωση μα και την πτώση των ιδεολογιών καθώς και την ανάπτυξη του ποιητικού λόγου στην υπηρεσία της ελευθερίας. Όχι πως δεν θα ήθελα να διδαχθώ πολλά και από τον Ελύτη, τον Σεφέρη , τον Καβάφη, τον Εμπειρίκο και τον Λειβαδίτη μα να, είχε κάτι ροκ πάνω του, μια έντονη διάθεση αμφισβήτησης και εφηβικής ωριμότητας, έναν άλλο τρόπο ζωής. Διότι στο μυαλό μου τον βλέπω σαν αναρχικό ποιητή, έξω από κενές φόρμες να πυρπολεί άλλοτε με χιούμορ άλλοτε με αγωνία τις σταθερές των καιρών και τις βεβαιότητες. Διότι στο μυαλό μου τον έχω προσωποποιημένο – με υπερρεαλιστική διάθεση βεβαίως - ως μια πέτρα που κύλησε και δεν χορτάριασε σε καμία μικροπολιτική και μικροσυντεχνιακή νοοτροπία. Το γεγονός αυτό θαυμάζω περισσότερο σε αυτόν, μαζί και μερικές δεκάδες στίχους. Μείζονα ποιητή δεν θα τον έλεγα, θα ήθελα να ήταν πιο απλός στην γραφή του, πιο πυκνός, λιγότερο πομπώδης και λιγότερο δυσνόητος και ναι θα τον ήθελα πιο ερωτικό ποιητή. Μα εκεί σταματώ και σκέφτομαι πως η αισθητική τελειότητα – που ομολογουμένως πετύχανε τρανά άλλοι ποιητές της χώρας μου – δεν είχε το προβάδισμα στην γραφή του Μιχάλη Κατσαρού και στην συλλογιστική του . Κύριο μέλημα του ήταν το νόημα και η δύναμη των λέξεων, μια πνευματική παρέμβαση στις μεγάλες τομές που συντελούνται καθημερινά. Ψηλότερα στην ιεραρχία της σκέψης του  ήταν ο Άνθρωπος, ο πολίτης όπου και να ζει, όπου κι να αναπνέει, η αίσθηση της ελευθερίας, η ανάγκη της βούλησης, η απαλλαγή των εσωτερικών δεσμών και των εξωτερικών εξουσιών. Προτεραιότητα της ποίησης του υπήρξε η βαθιά ανθρωπιά και το ορθωμένο ανάστημα του πολιτισμού μας . Ο Μιχάλης Κατσαρός μέσα από τα βιβλία του δεν κατανάλωσε την ποίηση ούτε και καταναλώθηκε σε άδειους ποιητικούς κύκλους μα κατά την ταπεινότατη γνώμη μου, δημιούργησε πολύ καλές και ποιοτικές σοδειές, δημιούργησε μια μοντέρνα πνευματική Αντίσταση . Καθ’ υπόδειξή του ιδίου,   λοιπόν,  αντιστέκομαι  στον Μιχάλη Κατσαρό,  σε όλα αυτά που μας ιστορεί και παίρνω μαζί μου λίγο νερό γιατί το μέλλον θα έχει πολύ ξηρασία.

Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ